Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Γιώργος Κ. Αντωνιάδης είναι ψυχολόγος,

δημιουργός περιεχομένου

Αυτοί που φωτογραφίζουν, δεν παρεμβαίνουν

Μόλις αγόρασα το εξαιρετικό βιβλίο της Susan Sontag και έπεσα πάνω σε ένα διαμαντάκι: όποιος παρεμβαίνει δεν φωτογραφίζει, και όποιος φωτογραφίζει δεν παρεμβαίνει.

 

Η φράση αυτή μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, απόλυτη. Ίσως και άδικη. Όμως όσο περισσότερο τη σκέφτεσαι, τόσο περισσότερο ανοίγει μπροστά σου ένα από τα μεγαλύτερα ηθικά ερωτήματα της φωτογραφίας: πότε είσαι παρατηρητής και πότε άνθρωπος που οφείλει να δράσει; Φυσικά, δεν αναφέρομαι στην τεκμηρίωση ή στη βελτίωση ενός σκηνικού για καλαισθητικούς σκοπούς, μα ούτε και στην τέχνη που έχει μετατραπεί σε εμπόρευμα για λίγα δολάρια. Κάνω λόγο για τη στιγμή που μια στατική εικόνα παύει να είναι απλώς εικόνα και μετατρέπεται σε κάτι δυναμικό. Σε ένα σύμβολο που κουμπώνει με τις φαντασιώσεις, τις αναμνήσεις και τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου. Γιατί πλέον δε φωτογραφίζουμε πάντα για να δημιουργούμε τέχνη. Φωτογραφίζουμε για να πουλάμε τις ιδέες μας, να διατηρούμε τις αναμνήσεις μας ή να εγκλωβίζουμε τα συναισθήματά μας μέσα σε ένα καρέ. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μέσο εκτόνωσης και έκφρασης, η φωτογραφία. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας τρόπος να συνομιλήσεις με το παρελθόν και το μέλλον μέσω του παρόντος. Δεν είναι τίποτα άλλο από ένα «πάγωμα» στιγμών, μέχρι τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι τα πρόσωπα που φωτογράφισες δεν είναι πλέον ζωντανά, τα μέρη έχουν καεί, τα ιδανικά σου έχουν καταρρεύσει και τα όνειρά σου έχουν στραφεί προς άλλη κατεύθυνση.

Και τότε η φωτογραφία παύει να είναι απλώς εικόνα.

Γίνεται μνήμη.

Γίνεται απόσταση.

Γίνεται απόδειξη.

Αν πραγματικά παρέμβεις, βοηθώντας έναν άνθρωπο που έχασε το σπίτι του, έναν στρατιώτη, έναν ιατρό πεδίου, έναν δρομέα ή έναν περαστικό, δε θα έχεις πάντα τον απαραίτητο χρόνο να χτίσεις σκηνικό και πόζες. Όχι γιατί δε θα το θέλεις, μα γιατί η ηθική σου προτροπή θα φωνάζει ότι θα έχεις αποτύχει, αν δε δράσεις. Και αν πραγματικά φωτογραφίσεις έναν άνθρωπο που έχασε το σπίτι του, έναν στρατιώτη, έναν ιατρό πεδίου, έναν δρομέα ή έναν περαστικό, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα θα χρειαστεί να πάρεις τη θέση του παρατηρητή. Όχι γιατί δε θέλεις να βοηθήσεις. Άνθρωπος είσαι.

Μα γιατί τη στιγμή που πατάς το κουμπί, η κάμερα απαιτεί την προσοχή σου. Σου ζητά να δεις. Να επιλέξεις. Να καδράρεις. Να απομονώσεις ένα κομμάτι πραγματικότητας και να αφήσεις όλο το υπόλοιπο απέξω.

Και κάπου εκεί γεννιέται το πραγματικό ερώτημα:

Μπορείς να είσαι ταυτόχρονα μάρτυρας και άνθρωπος που δρα; Και πού βρίσκεται το χρυσό κομμάτι της ισορροπίας; Στην ευγενή τέχνη της σύγκλισης. Στην τέχνη του να μπορείς να διακρίνεις πότε χρειάζεται ανθρώπινη παρέμβαση και πότε καλλιτεχνική παρέμβαση. Μα μη με παρεξηγήσεις. Η μία δεν αναιρεί την άλλη. Απλώς μεγεθύνει το τι είδους άνθρωπος είσαι.

Γιατί αν φωτογραφίζεις αγρότες αβοήθητους και πουλάς τα καρέ τους για ένα κομμάτι ψωμί, πάλι από το ψωμί τους δε θα φας; Και αν δεν πουλάς τις φωτογραφίες τους, μα χρησιμοποιείς τη δυστυχία τους για αναγνώριση, για κύρος ή για «τέχνη», πάλι κάτι από το ψωμί τους δε θα έχεις πάρει; Το ζήτημα δεν είναι να μη φωτογραφίζεις. Το ζήτημα είναι να έχεις την ικανότητα να διακρίνεις πότε χρειάζεται να παρέμβεις και πότε όχι. Και σίγουρα η αγαπητή Sontag δεν αναφέρεται μόνο σε εσένα και σε εμένα που βγάζουμε φωτογραφίες.

Μα, ω Θεέ μου, κυρίως στα Μέσα και στους μηχανισμούς που διαχειρίζονται τις φωτογραφίες σαν τροφή. Σε εκείνους που μετατρέπουν τη δυστυχία σε θέαμα και το βλέμμα σε νόμισμα.

Γιατί είπαμε. Άλλο να τρως ψωμί. Άλλο να φωτογραφίζεις το ψωμί.

Και άλλο να τρως από το ψωμί κάποιου άλλου, επειδή έτυχε να είσαι εκεί τη στιγμή που εκείνος πεινούσε.

 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου